Το σονέτο του άλφα


Βάζω τ’ άλφα στου παιδιού το γαλάζιο μαξιλάρι
κι απ’ τ’ ωμέγα βάζω στου σοφού παππού τη γλώσσα
με τα χρόνια ποιος να ’ρθει, να βρει, να του τα πάρει
με τα λόγια ποιος να πει, ήρθε, έφυγε κι είν’ πόσα;

Κι απ’ το βήτα καθώς πήγαινε και πήγαινε στο ψι
πώς είν’ ανήφορος κατήφορος ένα και τ’ αυτό;
Γέλια, κλάματα πώς τα ’βαζε σε αδειανό ταψί;
Βάζω λόγια βγάζω χρόνια όπως λέει το γραφτό.

Ίδια γλώσσα ίδια σάλια, πριν απ’ την πρώτη λέξη
πριν κι απ’ την τελευταία βάζω δύναμη στο άλφα,
ίδια ήρθα και θα φύγω, τ’ άλφα έχω διαλέξει

και στο τέλος απ’ τ’ ωμέγα, πάλι αν είναι τ’ άλφα
ίδιο το βρήκα στου παιδιού και στου παππού το κλάμα 
πριν γεννηθεί, πριν πεθάνει, λόγια, χρόνια ίδιο πράμα.