Ελίζαμπεθ Μπίσοπ


Στην αίθουσα αναμονής

Στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης,
πήγα μαζί με τη θεία Κονσουέλο
για να ’ναι συνεπής
στου οδοντίατρού της το ραντεβού
και κάθισα και την περίμενα
στου οδοντίατρου την αίθουσα αναμονής.
Ήτανε χειμώνας. Νύχτωνε
νωρίς.  Η αίθουσα αναμονής
ήτανε γεμάτη ενήλικες,
χειμωνιάτικα και πανωφόρια,
λάμπες και περιοδικά.
Η θεία μου ήταν μέσα
καθώς φαίνεται ώρα πολλή
κι όσο περίμενα διάβασα
το National Geographic
(μπορούσα να διαβάσω) και προσεχτικά
μελετούσα τις φωτογραφίες:
το μέσα του ηφαιστείου,
μαύρο και γεμάτο στάχτες.
μετά σκορπούσε ολόγυρα
σε ρυάκια φωτιάς.
Η Όζα κι ο Μάρτιν Τζόνσον
με παντελόνια ιππασίας,
μπότες με κορδόνια και κάσκες για τον ήλιο.
Ένας νεκρός άντρας κρεμόταν από ’να κοντάρι
«Φρέσκια σάρκα» έλεγε η λεζάντα.
Μωρά μ’ αιχμηρά κεφάλια
τυλιγμένα ολόγυρα με σπάγκο.

Μαύρες, γυμνές γυναίκες με λαιμούς
τυλιγμένους ολόγυρα με σύρμα
σαν τους λαιμούς φωτιστικών γλόμπων.
Τα στήθη τους ήτανε τρομακτικά.
Το ξεφύλλισα εντελώς αφηρημένα.
Ντρεπόμουν τόσο να το παρατήσω.
Κι έπειτα κοίταξα στο εξώφυλλο:
τα κίτρινα περιθώρια, η ημερομηνία.
Αιφνίδια, από μέσα,
ήρθε ένα ωχ! πόνου
-η φωνή της θείας Κονσουέλο-
όχι πολύ δυνατό ή διαρκές.
Δεν ξαφνιάστηκα καθόλου. 
Ακόμα και τότε το ήξερα πως ήταν
μια απερίσκεπτη, δειλή γυναίκα.
Θα έπρεπε να ’χω ντροπιαστεί
μα όχι. Αυτό που με ξάφνιασε εντελώς
ήταν πως ήμουν εγώ:
η φωνή μου, μες στο στόμα μου.
Χωρίς καν να το σκεφτώ
ήμουν η απερίσκεπτη θεία μου,
εγώ – εμείς – πέφταμε, πέφταμε,
τα μάτια μας προσηλωμένα στο εξώφυλλο
του National Geographic,
Φεβρουάριος, 1918.
Είπα στον εαυτό μου: τρεις μέρες
και θα γίνεις επτά χρονών.
Το είπα για να σταματήσω
την αίσθηση του να πέφτω απ’
το στρογγυλό, περιστρεφόμενο κόσμο,
στο κρύο, σκοτεινό μπλε διάστημα.
Μα αισθάνθηκα: είσαι ένα εγώ
είσαι μια Ελίζαμπεθ
είσαι ένας απ’ αυτούς.
Γιατί θα πρέπει να είσαι ένας, ακόμα;
Σχεδόν το τόλμησα να κοιτάξω
να δω τι ήταν αυτό που ήμουν.
Έριξα μια φευγαλέα ματιά
-δεν μπορούσα να κοιτάξω ψηλότερα-
στα σκιασμένα γκρι γόνατα,
παντελόνια και φούστες και μπότες
και διαφορετικά ζευγάρια χεριών
που αναπαύονταν κάτω απ’ τις λάμπες.
Ήξερα πως τίποτα πιο παράξενο
ποτέ δεν είχε συμβεί, πως τίποτα
πιο παράξενο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί.

Γιατί έπρεπε να είμαι η θεία μου,
ή εγώ, ή οποιοσδήποτε;
Τι παρόμοιο –
μπότες, χέρια, η φωνή της οικογένειας
που ένιωσα στο λαιμό μου, ή ακόμα
το National Geographic
κι εκείνα τα φρικτά κρεμασμένα στήθη –
μας κρατάνε όλους μαζί
ή μας κάνουν όλους εμάς μόνο έναν;
Πώς – δεν ξέρω κάποια
λέξη γι’ αυτό – πόσο «απίθανο»…
Πώς έγινε να βρεθώ εδώ,
σαν αυτούς, και να κρυφακούω
μια κραυγή πόνου που θα μπορούσε
να δυναμώσει και να χειροτερέψει
μα δεν μπόρεσε;

Η αίθουσα αναμονής ήτανε ολοφώτεινη
και τόσο ζεστή. Ήτανε βαλμένη
κάτω από ένα μεγάλο μαύρο κύμα,
άλλο, κι άλλο.

Τότε ήμουν πίσω μέσα σ’ αυτήν.
Ο Πόλεμος άναβε. Έξω,
στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης
ήτανε νύχτα και βρώμικο χιόνι και κρύο,
και ήτανε ακόμα η πέμπτη
Φεβρουαρίου, 1918.


(περισσότερα στο 19ο ηλεκτρονικό τεύχος του e-poema)

μετάφραση: γιώργος παναγιωτίδης