Γιώργος Σεφέρης – Βίος και παρωδία


Γιώργος Σεφέρης – Βίος και παρωδία, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014

Νουθεσίες προς τον, εν χλιδή διάγοντα, Νάνη Παναγιωτόπουλο  από ένα γέροντα Σεφέρη που κάθεται στην ακροποταμιά.

Από το Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄ είναι το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», τίτλος της σκέψης του ποιητή μέσα στη δίνη του  Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (το ποίημα έχει τοπικό και χρονικό δείκτη: Κάιρο, 20 Ιουνίου ’42), αφιερωμένο στο Νάνη Παναγιωτόπουλο.  Το ποτάμι στο οποίο αναφέρεται ο ποιητής είναι ο Νείλος. Αφού τον ανακαλεί στη μνήμη του, νιώθοντας την ανάγκη να γράψει με μιαν απλή γλώσσα, προσδίδει στο Νείλο το συμβολισμό της μακριάς γραμμής της ιστορίας και της αδιάκοπης ζωής καθώς επίσης και της ελληνικής γλώσσας που έρχεται από τα βάθη των χρόνων. Ο Νείλος υπήρξε κάποτε Θεός, ευεργέτης με ανεξάντλητα δώρα, ύστερα κριτής και τέλος ένα δέλτα. Το ποτάμι καταλήγει στη θάλασσα που λυτρώνει, η οποία απουσιάζει από το ποίημα, υποδηλώνεται όμως ως αντικείμενο αναζήτησής του. Αποκρυπτογραφώντας το «ποτάμι» βρίσκουμε τη θέληση του ποιητή να επαναπροσδιορίσει το νόημα και την ουσία  της ανθρώπινης ζωής.
    Από όλο το ποίημα, 4 από τους 34 συνολικά στίχους, έχουν καταστεί εμβληματικοί για την ποίηση του Σεφέρη:   «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.[…] κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.» Σ’ αυτούς τους στίχους δηλώνεται η σεφερική ποιητική, το πώς ο ποιητής θα ήθελε να γράφεται η ποίηση, γεγονός που μπορεί να συνάδει με τη λιτότητα και την απλότητα των σεφερικών στίχων, οι οποίοι δεν είναι ποτέ περίτεχνοι αλλά που έρχεται σε αντίθεση με τον ερμητισμό που διακρίνει την ποίησή του και τις ερμηνευτικές δυσκολίες που ήδη είχε αντιμετωπίσει η κριτική του έργου του.
    Την αντίφαση της σεφερικής απλότητας με την περιπλοκότητα της δομής του «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» έρχεται να τονίσει η «περίεργη» παρωδία που ακολουθεί με μιαν αγωνιώδη προσπάθεια οργάνωσης του ποιήματος-στόχου σε ενότητες, υποενότητες και υποενότητες των υποενοτήτων, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να αναδείξει τη δαιδαλώδη σεφερική σκέψη.

Γιώργος Σεφέρης

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό.
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε
το μεσημέρι.
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω
καθώς το μακρύ ποτάμι που βγαίνει
από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε Θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής
και δέλτα.
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα,
και το ίδιο Σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά, βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός νά πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι
τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα
χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα.
όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε
ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό
περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα,
να μεγαλώνει και να μικραίνει.
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας  και της  καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι
ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε
σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην  άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο
λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.



Γιώργος Παναγιωτίδης

Νουθεσίες προς τον, εν χλιδή διάγοντα, Νάνη Παναγιωτόπουλο
από ένα γέροντα Σεφέρη που κάθεται στην ακροποταμιά


1.    Πρέπει να λογαριάσουμε. Πώς προχωρούμε;
α) Δε φτάνει να αισθάνεσαι.
β) Δε φτάνει να σκέπτεσαι.
γ) Δε φτάνει να κινείσαι.
δ) Δε φτάνει να κινδυνεύει το σώμα σου και συγκεκριμένα:
    δ1. Στην παλιά πολεμίστρα.
    δ2. Όταν αυλακώνουνε τα τειχιά:  δ2,1. Το λάδι το ζεματιστό.
                                                                   δ2,2.  Το λιωμένο μολύβι.
2.    Πρέπει να λογαριάσουμε, κατά πού προχωρούμε;
α. Όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει.
β. Όχι καθώς τα πεινασμένα παιδιά μας το θέλουν.
γ. Όχι καθώς το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό το θέλουν.
δ. Όχι καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο και το θέλει.
ε. Όχι καθώς το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι το θέλει.
3.  Πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωράμε με κάποιον άλλο τρόπο:
     α. Μπορεί να θέλω να πω (δεν είμαι βέβαιος) πως πρέπει να προχωρούμε.
     β. Πρέπει να προχωρούμε καθώς το μακρύ ποτάμι  (που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική)
το οποίο:                     β1. ήτανε κάποτε Θεός
κι έπειτα:                    β2. γένηκε δρόμος
                                      β3. γένηκε δωρητής
                                      β4. γένηκε  δικαστής
                                      β5: γένηκε και δέλτα
                                      β6: που δεν είναι ποτές του το ίδιο (κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι) 
                                      β7: κι ωστόσο μένει πάντα: β7,1: το ίδιο σώμα
                                                                                         β7,2: το ίδιο στρώμα
                                                                                         β7,3: το ίδιο Σημείο
                                                                                         β7,4: ο ίδιος προσανατολισμός.
Από τα παραπάνω αγαπητέ Νάνη Παναγιωτόπουλε εύκολα καταλαβαίνεις πως δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί θέλω να μιλήσω απλά:
1.    Γιατί το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά, βουλιάζει.
2.    Γιατί την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπο της.
3.    Γιατί είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια.
4.    Γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.
Και γιατί παρότι θέλω να μιλήσω απλά, συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι;

1.    Συλλογίζομαι το μεγάλο ποτάμι διότι αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε.
(Να γιατί μιλώ απλά: πήρα το επίθετο ανθρώπινος το έκανα ουσιαστικό άνθρωποι, πήρα το ουσιαστικό πόνος το έκανα ρήμα πονούμε.)
2.    Συλλογίζομαι το μεγάλο ποτάμι διότι το μεγάλο ποτάμι έχει αυτό το νόημα (ένα νόημα τέλος πάντων).
Και τι κάνει το νόημα;
2α.   Το νόημα προχωρεί.
Και πού προχωρεί το νόημα;
2α1. Ανάμεσα σε βότανα.
2α2. Ανάμεσα σε χόρτα.
2α3. Ανάμεσα σε ζωντανά τα οποία: 2α3,1. Βόσκουν.
                                                                   2α3,2. Ξεδιψούν. 
2α4.  Ανάμεσα σε ανθρώπους οι οποίοι: 2α4,1. Σπέρνουν.
                                                                          2α4,2. Θερίζουν.
2α5. Ανάμεσα σε μεγάλους τάφους.
2α6. Ανάμεσα σε μικρές κατοικίες των νεκρών.
3.    Συλλογίζομαι το μεγάλο ποτάμι διότι αφήνουμε το νόημα και επιστρέφουμε στο ποτάμι. Ποιο ποτάμι δηλαδή, το ρέμα καλύτερα.
Και τι κάνει το ρέμα;
3α.Τραβάει το δρόμο του.
3β. Δεν είναι τόσο διαφορετικό: 3β1. Από το αίμα των ανθρώπων.
                                                                   3β2. Από τα μάτια των ανθρώπων. Πότε όμως;
                                                                   3β2,1.  Όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα. Πώς όμως;
                                                                   3β2,1α: Χωρίς τη φόβο μες στην καρδιά τους.
                                                                   3β2,1β: Χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα.
                                                                   3β2,2.  Όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα. Πώς όμως;
                                                                   3β2,2α. Καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα.
                                                                   3β2,2β. Όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι. (Πιο συγκεκριμένα, το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι, πίσω από τα καφασωτά. Και πιο συγκεκριμένα από συγκεκριμένα το κλειστό περιβόλι το οποίο είναι το δροσερό περιβολάκι και το οποίο εμείς κοιτούσαμε ν’ αλλάζει σχήμα κι ακόμα πιο συγκεκριμένα να μεγαλώνει και να μικραίνει και περισσότερο συγκεκριμένα αλλάζοντας σχήμα καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς. Αυτά διότι δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.)

Και τι κοιτάζαμε εμείς τελικά; Μήνα το περιβόλι το κλειστό, μήνα το δροσερό περβόλι; Ουδέ το περιβόλι το κλειστό, ουδέ το δροσερό περβόλι, μόνο εμείς κοιτάζαμε το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας.
Και πού το κοιτάζαμε αυτό το σχήμα; Μήνα στο περιβόλι το κλειστό μήνα στο δροσερό περβόλι; Ουδέ στο περιβόλι το κλειστό ουδέ στο δροσερό περβόλι, μόνο στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι!
Και τίνος το υπομονετικό ζυμάρι είμαστε εμείς;
Εμείς είμαστε το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που α. μας διώχνει και β. μας πλάθει.
Και πού είμαστε εμείς που είμαστε το υπομονετικό ζυμάρι;  Μήνα στο περιβόλι το κλειστό μήνα στο δροσερό περβόλι; Ουδέ στο περιβόλι το κλειστό ουδέ στο δροσερό περβόλι, μον’ είμαστε πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που
α) ήτανε σωστή
β) έγινε σκόνη και
γ) βούλιαξε μέσα στην άμμο την ξανθή, ωραία που φύσηξεν ο μπάτης (συγνώμη αυτό το έχω βάλει αλλού).
Και πώς έφυγε αυτή η σωστή ζωή που έγινε σκόνη και βούλιαξε;
Επειδή δε θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη, η ζωή βούλιαξε αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που
α) μας ζάλισε και
β) ήταν μιας αψηλής φοινικιάς.

Γιώργος Παναγιωτίδης

επιστροφή