ΔΙ' ΟΔΩΝ


Το γονίδιο έχει τις ίδιες πιθανότητες να "πεθάνει" σε ηλικία εκατό ετών ή ενός εκατομμυρίου ετών. Καθώς περνούν οι γενεές μεταπηδά από σώμα σε σώμα, χρησιμοποιώντας τα σώματα το ένα κατόπιν του άλλου, όπως το ίδιο "επιθυμεί" για τους δικούς του σκοπούς, αφήνοντας μια σειρά θνητών σωμάτων πριν φτάσει στα γηρατειά και το θάνατο.

Richard Dawkins
(από την προμετωπίδα του βιβλίου)


Δι' οδών
ποίηση
εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002


ΣΤ
 
Πλάσματα τοπίων και εικόνων σώματα στο μετά θάνατο τόπο της μνήμης αναδεύονται και άθελά τους με ανταλλαγές φτιάχνουν τις σύντομες μορφές τους, θάλασσας βουνά και βουνών κύματα, κτίσματα που φύονται και δάση που κτίζονται, άσθμα των γυμνών και των τάφων φόβος, όλα απ’ όλα απορυθμίζονται σε παφλασμούς φωτός κάθε φορά εμφανίζονται ως άλλα και ως άλλα πάλι σβήνουν.

ΚΔ

Ο θάνατος ταξιδεύει μαζί μας, από την ίδια γεννιέται μητέρα και στην ίδια τρέφεται κοιλιά έως ότου μια μέρα θαμπωθούμε από την ίδια φωτιά, από το ίδιο πάθος φτιαγμένοι για το δρόμο που θ’ απλώσει εμπρός, έως ότου μια μέρα μαζί φωτιστούμε σ’ ενός δρόμου το φως κι είναι ο μόνος βέβαιος συνοδηγός σα ξεκινά του ταξιδιού μας ο πηγεμός κι ίδια με μας φτεροκοπά μες στην ίδια καρδιά κι ακόμα απ’ το κάλλος που φθίνει φοβάται κι αυτός κι απ’ τη δύναμη που πίσω δίνει, το πάθος που τον αφήνει και το φως που ολοένα σβήνει, σκοτίζεται μαζί μας κι αυτός, έως ότου μια μέρα άλλος δε μείνει παρ’ εκτός ο καθένας μόνος του στον εαυτό του εμπρός και στου τελειωμένου ταξιδιού μας το θέρος απ’ όλους πιο θλιβερός, ο θεριστής μας ξεχασμένος μέσα σε σκότος καθισμένος βουβός και για τους ταξιδευτές που ξεκινούν και όσους ταξιδεύουν, σαν τάφος ανοιχτός και του δικού τους τέλους φάρος φοβερός.

ΙΓ

Τι είναι αυτό που με κυνηγάει, αναρωτήθηκε ο οδηγός, φουσκώνοντας από μέσα του η αγωνία ως έλκος και τι είναι αυτό που κυνηγάω σε τούτον τον αγώνα που ψάχνω απ’ την αρχή να βρω το τέλος. Έτσι ήρθε νωρίς το τέλος κι οι δυο πλευρές του για λίγο τον ταλάνισαν ώσπου χάθηκε ένας πίσω από του τέλους το εμπόδιο κι ένας ακόμα στο κατευόδιο τη σειρά του για λίγο περίμενε. Τι είναι αυτό που με περιμένει αφού χαθώ; Πού θα κολυμπήσει η καρδιά μου που από φόβο φλέγεται στου κόσμου την άκρη, απορυθμίζεται, τη μια καλπάζει και την άλλη στέκεται, μεθυσμένη από το μέγεθος του τέλους; Μετά μια καταιγίδα ξέσπασε αναμνήσεων. Γέμισε το τέλος φως σαν φως αληθινό με τόπους ζωντανούς να το πολιορκούν, γέμισε του οδηγού το μέσα από του ταξιδιού του το γαλάζιο και το πράσινο φως, φως που σα να επέστρεφε, σα να ταξίδευε από την αρχή ξανά, ακτινοβόλησε στοργικά και χώνεψε τον οδηγό στης θέρμης του το κατακάθισμα ως βρέφος αγέννητο κι έτοιμο να γεννηθεί ξανά. Έτσι το ταξίδι όλο γύρισε για λίγο σε μια στιγμή μέσα σαν αστραπή έλαμψε κι έπειτα έκαμψε του οδηγού τη μνήμη βουλιάζοντας από αναρχία, χάνοντας τη σειρά τους όσα έγιναν, ποιο πρώτο, ύστερα ποιο και ποιο τελευταίο, όλα μέσα στο ίδιο νέφος χυμένα, ολοένα πιο συγκεχυμένα, από ένα ταξίδι ωραίο ένα μόνο νέφος μεγάλωνε και μαύριζε ως παραπέτασμα του τέλους κι ένα το ίδιο για όλους τον οδηγό κατάπιε τέλος.


γιώργος παναγιωτίδης

Το δελτίο τύπου της έκδοσης